Διευρύνεται το χάσμα μεταξύ της παραγόμενης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της παγκόσμιας ενεργειακής κατανάλωσης, καθώς ανεμογεννήτριες, ηλιακοί συλλέκτες και υδροηλεκτρικά δεν θα τεθούν σε λειτουργία αρκετά νωρίς ώστε να συμβαδίσουν, μέχρι το 2030, με την παγκόσμια ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, εκτιμά η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (IEA).
Οπως σημειώνει το Μπλούμπεργκ, η Υπηρεσία που συμβουλεύει για θέματα ενεργειακής ασφάλειας τις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ υπογραμμίζει στο Chart of the Day ότι αυτό σημαίνει πως θα αυξηθεί στο ενεργειακό μείγμα το μερίδιο των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με λιθάνθρακα, οι οποίες είναι φθηνότερες και πιο ρυπογόνες.
Για την κάλυψη των αναγκών σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία, θα πρέπει να κατασκευαστούν καινούργιες μονάδες παραγωγής ενέργειας οι οποίες να μπορούν να παράγουν υπερτετραπλάσια ισχύ από τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ στις ΗΠΑ, σήμερα. Βασίζοντας το σενάριο της στις ισχύουσες κυβερνητικές πολιτικές για τη χρήση ορυκτών καυσίμων, η IEA προβαίνει στην εκτίμηση ότι το κόστος κατασκευής αυτών των μονάδων θα ανέλθει σε 13,7 τρισ. δολάρια.
Η καύση λιθάνθρακα θα συμβάλλει κατά 44% στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας το 2030, σε σύγκριση με περίπου 41% σήμερα και το κόστος ενός τόνου άνθρακα ενδέχεται να διαμορφωθεί στα 109 δολάρια το 2030 έναντι 120 δολαρίων σήμερα, σημειώνει η IEA.
«Θα χρειαστούμε και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακή αποδοτικότητα» για να αναστείλουμε τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια και της προσφοράς ενέργειας χαμηλών εκπομπών άνθρακα, τόνισε η Κλόντια Κέμφερτ, η επικεφαλής αναλύτρια για ενεργειακά θέματα στο γερμανικό οικονομικό ινστιτούτο DIW στο Βερολίνο.
in.gr
Bookmark and Share


Share/Save/Bookmark

Δημοσίευση σχολίου

.

 aw2
 aw2